• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
solid ground n (terra firma, dry land)ξηρά, στεριά ουσ θηλ
 After the turbulence they had experienced on the flight, the passengers were glad to feel solid ground beneath their feet again.
solid ground n figurative (well founded argument, position)ισχυρό/εμπεριστατωμένο/ατράνταχτο επιχείρημα έκφρ
 When the conversation turned to politics she was on more solid ground.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
on solid ground expr (on terra firma)στη στεριά έκφρ
 It was a relief to get off the ship and back on solid ground.
 Ήταν μεγάλη ανακούφιση να αποβιβάζεται κανείς από το πλοίο και να πατά το πόδι του πάλι στη στεριά.
on solid ground expr figurative (on a firm footing)πατώ γερά στα πόδια μου έκφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία στη δομή.
 After a few weeks at her new job, Emily began to feel like she was on solid ground.
 Μερικές εβδομάδες μετά την ανάληψη της νέας θέσης της, η Έμιλι άρχισε να νιώθει ότι πατούσε γερά στα πόδια της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση solid ground στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «solid ground».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!